Διοικητική απόφαση εναντίον Τράπεζα Κύπρου επέβαλε η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή

bank-of-cyprus

Η απόφαση αφορά παράπονα που υποβλήθηκαν από καταναλωτές-δανειολήπτες, οι οποίοι έλαβαν από την πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd στεγαστικά δάνεια

Διοικητική απόφαση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου για καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες εξέδωσε ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση που μεταδίδει το ΓΤΠ «η απόφαση αφορά παράπονα που υποβλήθηκαν από καταναλωτές-δανειολήπτες, οι οποίοι έλαβαν από την πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd στεγαστικά δάνεια. Μετά από εξέταση, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας αποφάσισε, βάσει των εξουσιών που του παρέχονται από το Νόμο, ότι συγκεκριμένοι όροι των συμβάσεων αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5 (1) και 7 του Νόμου και άρα είναι καταχρηστικοί».

Συγκεκριμένα, οι εν λόγω όροι αφορούν «την πραγματοποίηση σταδιακής εκταμίευσης του δανείου κατά την κρίση της Τράπεζας με μεταφορά του εκάστοτε εγκρινόμενου τμήματος του δανείου σε ειδικό καταθετικό λογαριασμό, που τοκίζεται με επιτόκιο επιλογής της τράπεζας, το οποίο ο καταναλωτής αποδέχεται εκ των προτέρων χωρίς να γνωρίζει το ύψος του ή έστω τα κριτήρια καθορισμού του».

Αφορούν επίσης «την πρόωρη, μερική ή ολική, αποπληρωμή του δανείου από τον καταναλωτή, την οποία ο καταναλωτής πρέπει προηγουμένως να προτείνει στην Τράπεζα εγγράφως και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και την οποία δεν έχει τη δυνατότητα να ανακαλέσει για κανένα λόγο».

Διευκρινίζεται ότι «με βάση το συγκεκριμένο όρο, η αποδοχή της πρότασης εναπόκειται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της Τράπεζας και συνεπάγεται την καταβολή από μέρους του καταναλωτή διαφόρων ποσών όπως έξοδα, δαπάνες και αποζημίωση, τα οποία δεν προσδιορίζονται στη σύμβαση».

Οι όροι αφορούν «τη σύνδεση της δανειακής σύμβασης με ασφαλιστική σύμβαση, της οποίας η μη πληρωμή των ασφαλίστρων μπορεί να θεωρηθεί δανειακή συμβατική παράβαση και να οδηγήσει σε καταγγελία του δανείου από μέρους της τράπεζας», καθώς και «τη δήλωση του καταναλωτή ότι έχει παραλάβει και γνωρίζει το περιεχόμενο του «Καταλόγου Επιτοκίων και Χρεώσεων» και των «Γενικών Όρων και Κανονισμών» της Τράπεζας, ενώ στην πραγματικότητα τα αγνοεί».

Έχουν επίσης σχέση με «την αναγραφή συγκεκριμένης ημερομηνίας κατά την οποία η τράπεζα δύναται να αναθεωρήσει τους όρους της και τη δυνατότητα να προβεί σε τέτοια αναθεώρηση νωρίτερα».

Αφορούν επίσης «την παραχώρηση δυνατότητας στην τράπεζα, αφενός να ματαιώσει ή να αναστείλει την εκταμίευση μέρους ή ολόκληρου του δανείου οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τον καταναλωτή και αφετέρου να ζητήσει οποτεδήποτε την άμεση εξόφληση ολόκληρου ή μέρους του ποσού του δανείου από τον καταναλωτή».

Πέραν των πιο πάνω όρων, προστίθεται, «έχουν επίσης εντοπιστεί όροι που επιφέρουν ίδια αποτελέσματα με όρους που θεωρήθηκαν καταχρηστικοί στην απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή με αριθμό 2016/17 (ΚΡ) εναντίον της ίδιας τράπεζας».

Επιγραμματικά, αναφέρεται, οι όροι αυτοί αναφέρονται στο δικαίωμα της τράπεζας να μεταβάλλει μονομερώς επιτοκιακές και λοιπές χρεώσεις του καταναλωτή, στον εκτοκισμό βάσει έτους 360 ημερών, στην επιβολή ασαφών χρεώσεων, στο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από την τράπεζα σε περιπτώσεις συμβατικών παραβάσεων από μέρους του καταναλωτή.

Η απόφαση παρατίθεται αυτούσια στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή.

ΠΗΓΗ: ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ